Φίλε Αλέξανδρε, την τελευταία εβδομάδα διάβαζα ως νέοπας στο θέμα για αυτό που ονομάστηκε "η κρίση του χαλαζία" (ή αλλιώς πως χρεοκόπησε σχεδόν το σύνολο της Ελβετικής Ορολογοποιίας την δεκαετία του '70). Η ιστορία - όσον αφορά τις αυτόματες μηχανές - έχει ως εξής, παρακαλώ διορθώστε με όπου κάνω λάθος.
Στα τέλη της δεκαετίας του 50', η SEIKO αποφάσισε να κοντράρει τους Ελβετούς σε ποιότητα και χρονομετρία. Να σημειωθεί πως εκείνο τον καιρό αφενός δεν υπήρχαν ακόμα αυτά που ονομάζουμε σήμερα ως ηλεκτρονικά ρολόγια, αφετέρου τα μηχανικά ρολόγια καθεαυτά ήταν χρήσιμα εργαλεία, όχι απλά είδη πολυτελείας που είναι σήμερα.
Για τον σκοπό αυτό, η εταιρία έσπασε μια από τις θυγατρικές της (Suwa) στα δύο. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο εταιρίες, η Suwa Seikosha (Grand Seiko) and η Daini Seikosha (King Seiko).
Το περίεργο της υπόθεσης ήταν πως η μητρική εταιρία δεν επέτρεψε στις δύο θυγατρικές να έχουν κανένα κοινό σημείο. Άλλες εγκαταστάσεις, άλλο προσωπικό, άλλο design, άλλοι μηχανισμοί, μέχρι και άλλο σύστημα προμήθειας πρώτων υλών. Ο λόγος που έγινε αυτό ήταν γιατί η SEIKO πίστευε πως ο μόνος τρόπος να πιάσει τους Ελβετούς στα μηχανικά ρολόγια θα ήταν μέσω λυσσώδους ανταγωνισμού. Και ο καλύτερος τρόπος να το πετύχει αυτό ήταν..να βάλει τους ίδιους τους σχεδιαστές της να σφάζονται μεταξύ τους (κάτι σχετικά νεωτεριστικό για την εποχή και ερχόμενο σε κόντρα με την πάγια πολιτική των Keiretsu στην βιομηχανία της Ιαπωνίας).
---
Άσχετο. Με τα ρολόγια δεν έχω μεγάλη εμπειρία ή σχέση, αλλά έχω τεράστια με την Ιαπωνική κουλτούρα και αντίληψη. Όταν λέμε λυσσώδη ανταγωνισμό, το εννοούμε. Οι Ιάπωνες την δεκαετία του 60΄ εργάζονταν 8 ώρες για τον μισθό, 4 ώρες για το κράτος και άλλες 4 ώρες για την εταιρία. Καθημερινώς. Δεν μπορούμε να φανταστούμε αυτούς τους εργασιακούς ρυθμούς, αλλά - κυρίως - και τον ζήλο που είχαν οι εργαζόμενοι για την επιχείρησή τους. Ο συνδυασμός της μεταφοράς των φεουδαρχικών κωδικών τιμής στην βιομηχανία με τις επιχειρηματικές κάστες και υποσύνολα που προωθούσε το μοντέλο του επιχειρείν της εποχής στην χώρα του Ανατέλλοντος ηλίου ήταν εκρηκτικός. Και εκδηλωτικός αυτού που οι ιστορικοί αργότερα ονόμασαν το "Ιαπωνικό Οικονομικό θαύμα".
---
Για να μην πολυλογώ, οι δύο θυγατρικές άρχισαν να σφάζονται σε ετήσια βάση για το ποια θα έβγαζε τον καλύτερο μηχανισμό, αυτόν που θα νικούσε τους Ελβετούς στο ίδιο τους το παιχνίδι. Την εποχή εκείνη, είχαμε κάθε χρόνο αρκετούς επίσημους διαγωνισμούς χρονομετρίας, κάτι σαν ολυμπιακούς της Ωρολογοποιίας. Ξεκίνησαν λοιπόν η Grand Seiko και η King Seiko να συμμετέχουν σε αυτούς..και τα πρώτα χρόνια έτρωγαν σκόνη. Σχεδόν κάθε έτος όμως πήγαιναν καλύτερα.
Και καλύτερα..
και καλύτερα.
Μετά από μια δεκαετία προσπάθειας, έφτασαν τα ρολόγια των δύο αυτών εταιριών να κερδίζουν ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΛΒΕΤΙΑ, τα πρώτα βραβεία ποιότητας και χρονομετρίας. Τους άλλαξαν τα φώτα κυριολεκτικά, σε σημείο που οι Ελβετοί ΑΚΥΡΩΣΑΝ τις συμμετοχές από την Ιαπωνία τους διαγωνισμούς εφεξής...ή έφτασαν να ακυρώσουν τους ίδιους τους διαγωνισμούς (βλ. 1968 και μετά).
Να σημειωθεί πως και οι δύο θυγατρικές (Grand και King) εκείνη την εποχή πήραν τα βραβεία με αυτόματους μηχανισμούς που έτρεχαν στα 36,000 bph. Εκδηλωτικό της υπόθεσης είναι το γεγονός πως μόνο για τους Ολυμπιακούς του ΄64, οι δύο θυγατρικές έφτιαξαν 36 διαφορετικούς μηχανισμούς για τα χρονόμετρα και τα ρολόγια των αγώνων.
Όταν λέμε λοιπόν πως η GS δεν έχει αυτόματη μηχανή, αυτό είναι κατά την γνώμη μου λάθος. Ιστορικά, αλλά και σε σχέση με τα σημερινά μοντέλα της εταιρίας.
Αυτό είναι, στα GS αποτυπώνεται η φιλοδοξία, η αγωνία ενδεχομένως, του Ιάπωνα τεχνίτη να βγάλει από τα χέρια του ένα υπέρτερο ρολόϊ. Αυτός ο στόχος ήταν το θεμέλιο της ιδρυτικής πράξης της φίρμας και εξακολουθεί να είναι ως σήμερα. Δεν σημαίνει ότι επιτυγχάνεται πάντα, υπάρχουν αυτονόητα και οι σχεδιαστικές αστοχίες, αλλά τα βασικά συστατικά είναι πάντα εμφανή. Για τον Ιάπωνα πάντως το όραμα, κάθε φορά, είναι να ξεπερνάει τον Ελβετό στη μαστοριά και στη φινέτσα. Yamato-damashii, Ιαπωνική ψυχή. Στην πραγματικότητα μιλάμε για την πλέον σωβινιστική ράτσα στον πλανήτη, με έμφυτο το αίσθημα της υπεροχής έναντι των άλλων φυλών, που όμως δεν εκδηλώνεται με κομπασμούς και μεγαλοστομίες, αλλά με σκληρή δουλειά.
Δεν απαιτείται ωρολογιακή ωριμότητα για να συμπαθήσει κανείς τα GS, χωρίς αυτό να σημαίνει πως εάν αποκτηθεί αυτή η ωριμότητα θα τ' αντιπαθήσει. Τελικά, ωρολογιακή ωριμότητα μπορεί να είναι το να μείνει κάποιος μ' ένα φθηνό quartz, αυτό μάλιστα, είναι σίγουρα ωρολογιακή ωριμότητα. Όμως, βασική προϋπόθεση για να διαλέξει κανείς GS έναντι άλλων ρολογιών, είναι να συνειδητοποιήσει την υπερπροσπάθεια που έχει καταβάλει ο κατασκευαστής, ώστε να φθάσει στο σημείο να βγάζει γλώσσα στον Ελβετό δάσκαλό του. Ενίοτε να τον νικάει στην έδρα του, κάποια στιγμή μάλιστα να του βάζει μπουρλότο στο σχολείο και να το ανατινάζει (βλ. Seiko Astron, 1969).
Κατά τα λοιπά, εάν ως "ψάξιμο" λογίζεται η έξοδος από την πλάνη ότι η Seiko φτιάχνει ρολογάκια ίσαμε 500 ευρώ, τοπ (και πολλά της είναι), ε, ναι, θέλει λίγο ψάξιμο η δουλειά, μέχρι κάποιος ν' ανακαλύψει ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Δεν έχω πάντως ποτέ ως σήμερα αντιληφθεί να χαρακτηρίζεται κάποιος ψαγμένος επειδή πήρε ένα GS. H συνήθης λογική είναι, πως με τα λεφτά που έδωσε, εάν έβαζε και κάτι παραπάνω θα χτύπαγε ίσαμε ένα R. -Πως τον λέμε, γενικά, στην Ελλάδα αυτόν που του δόθηκε η ευκαιρία να πάρει ένα R κι αυτός την απεμπόλησε ; Κάπως τον λέμε, πάντως, ψαγμένο δεν τον λέμε.