Νομίζω είναι κατάλληλη στιγμή για μία παραβολή
Είσαι έξω και πεινάς Ο Θεούλης βάζει τυχαία μπροστά σου ένα εστιατόριο με Ελληνική παραδοσιακή κουζίνα. Έχει παρακάτω και ένα με Γερμανική κουζίνα, ένα με Αγγλική, ένα με Σουηδική, πο μακριά ένα Αμερικάνικο, κοκ
Μέσα είναι λίγο μπάχαλο, φωνάζουν, βρίζονται, καπνίζουν, αλλά έχει ωραία θέα, φωτίζει ο ήλιος, λες, δεν γμς, ας κάτσω εδώ, που να τραβιέμαι τώρα.
Κάθεσαι λοιπόν, με τα πολλά σε προσέχει το αφεντικό (άθλιο και το σέρβις) και ρωτάς τι έχει.
Κύριος, έχουμε μουσακά, γεμιστά με ρύζι και μπάμιες.
Μία μουσακά, λες.
-Κύριος, δεν παίρνεις καλύτερα τις μπάμιες; είναι φανταστικο φαγητό.
-Ευχαριστώ ρε φίλε, ωραίες φαίνονται οι μπάμιες, αλλά προτιμώ τον μουσακά.
Έρχεται λοιπόν ο μουσακάς, Α-Η-ΔΙ-Α. Δεν τρωγόνταν. Βρίζεσαι με τον ιδιοκτήτη φεύγεις.
Περνάει καμμιά διετία, ξαναπερνάς από εκεί, μπαίνεις μέσα, τα ίδια χάλια.
Έχουμε τα πιάτα της ημέρας αδελφέ, σου λέει ο λιγδιάρης ταβερνιάρης,
-Καλά, πιάσε μια γεμιστά.
-Κύριος, πάρε τις μπάμιες, είναι φοβερό φαγητό.
-Άσε ρε φίλε, γεμιστά.
Έρχονται τα γεμιστά, απογοήτευση. Εντάξει, τόσο χάλια σαν τον μουσακά δεν ήταν, αλλά κλαίς τα λεφτά σου.
Περνάει κάνα 18μηνο, ξανά σε φέρνει ο καλός Θεούλης στο μαγαζί.
Άσε ξέρω, λες, μουσακά, γεμιστά, ή μπάμιες.
-Κύριος, πάρε τις μπάμιες και θα με θυμηθείς. Είναι το καλυτερότερο φαγητό στον κόσμο. Όλοι το ξέρουν.
-Άντε, φέρε τις μπάμιες, τα δοκίμασα όλα, πόσο χειρότερα μπορεί να είναι;
Έρχονται οι μπάμιες, ωραιότατες φαίνονται. Τρως, ενθουσιάζεσαι. Συγχαίρεις και τον ταβερνιάρη. Αυτό μάλιστα. Αυτό είναι φαγητό.
Πας σπίτι, και να σε πιάσει ένα τρελό τσιρλιπίπι δύο μέρες και δυο νύχτες, φτηνά τη γλυτώνεις με έναν ορό στα επείγοντα.
Γεμιστά; Ε, ναι, γεμιστά.