Στο βαθμό που μιλάμε για επανεκδόσεις δεν τίθεται ζήτημα αυθεντικότητας, η αυθεντική έκδοση είναι προφανώς η αρχική, της δεκαετίας του ’60 στις όποιες εκδοχές της (τρεις νομίζω). Εάν όμως υπάρχει μια επίσημη επανέκδοση, αυτή δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη που παράγει η Seagull, πρώην Dongfend, δηλαδή η κατασκευάστρια της αρχικής έκδοσης. Η οποία βέβαια παίζει το εξής παιχνίδι, από τη μια διακηρύσσει ότι μόνο εκείνη έχει τα νόμιμα δικαιώματα για επανεκδόσεις και αποκαλεί κάλπικο ο,τιδήποτε άλλο κατασκευάζεται εκτός του εργοστασίου της, από την πίσω πόρτα όμως η ίδια είναι που πουλάει τις ST1901 με τα κιβώτια στους .. κιβδηλοποιούς, σε Κίνα και Χονγκ Κονγκ.
Γεγονός είναι ότι οι ως τώρα (τρεις) επανεκδόσεις της Seagull είναι όλες περιορισμένες και αυτό συνεπάγεται μια ορισμένη συλλεκτικότητα στα δικά της ρολόγια. Πρόσφατα έφαγα τα μούτρα μου, προσπαθώντας να πάρω ένα Seagull D304 από την αρχική έκδοση του 2010 (10.000 κομμάτια). Ανέβηκα πολύ ψηλά για τα δεδομένα του ρολογιού, θεωρώντας σχεδόν βέβαιο ότι θα το έπαιρνα, μα αποδείχτηκε ότι έκανα λάθος, χτυπήθηκε και τελικά έφυγε ακόμη ψηλότερα, ας πούμε σε τιμή τριπλάσια ή ίσως τετραπλάσια σε σχέση με τις στάνταρ τιμές που πιάνουν στο ebay τα μεταχειρισμένα (ανεπίσημα) 1963. Και δεν μιλάμε καν για mint κομμάτι, την είχε την ταλαιπωρία του και τις γρατζουνιές του. Θέλω δηλαδή να πω ότι έχει δημιουργηθεί στη Δύση ένας κύκλος συλλεκτών, κυρίως μέσα από τα μεγάλα ξένα fora, που τα παρακολουθεί αυτά τα θέματα και έχει ήδη διαμορφώσει ένα κριτήριο ως προς το τι είναι «αυθεντικό» και τι όχι. Πάντως, ξαναλέω, η έκδοση της Seagull είναι ενα επίπεδο πάνω σε φινίρισμα σε σχέση με τις υπόλοιπες και βέβαια αυτό αντανακλάται και στο κόστος κτήσης.
Στέκομαι περισσότερο στο ότι ένα τόσο φθηνό ρολόϊ έχει καταφέρει μέσα σε λίγα χρόνια να κάνει πολύ κόσμο να μιλάει γι΄αυτό και αυτο δεν είναι τυχαίο. Επίσης, τουλάχιστον για μένα, η απόκτηση του πρώτου μου 1963 (στη Red Star έκδοση) ήταν μια αφορμή για να ψάξω λίγο περισσότερο το κεφάλαιο κινεζική ωρολοποιϊα, που ομολογώ μου ήταν εντελώς άγνωστο και η οπτική μου, ως πρόσφατα, ήταν γεμάτη παρανοήσεις και προκαταλήψεις. Κακώς, όπως βλέπω τώρα.