Λίγη ιστορία (και κριτική σκέψη) δε βλάπτει.
Αν πρέπει με μία λέξη να χαρακτηρίσουμε τους Ελβετούς θα διάλεγα τη συνεργασία.
Η ελβετική ωρολογοποιεία επί αιώνες λειτουργεί με την αρχή του outsourcing. Κοινώς ψωνίζω, παραγγέλνω και προμηθεύομαι από τρίτο κατασκευαστή αυτά που δεν έχω, δεν κατασκευάζω. Ήταν, είναι και θα είναι πολύ δύσκολο να κατασκευαζείς τα πάντα. Να φτιάχνεις κάσες, μπρασελέ, καντράν, δείκτες, μηχανισμούς, εξαρτήματα του μηχανισμού και βίδες. Χρειάζεσαι δεκάδες εργαλειομηχανές και ειδικευμένο προσωπικό, ενώ υπάρχουν άλλοι που κάνουν και πολύ καλή δουλειά. Το κόστος τεράστιο. Ποιος μπορούσε να το δικαιολογήσει. ΚΑΝΕΝΑΣ. Όλοι από κάπου, κάτι προμηθευόνταν (ή και τα πάντα). Είτε ήταν η Ρόλεξ, είτε η Πατέκ, είτε η Χόιερ. Και το προϊόν ήταν καλό και σε καλή τιμή. Πέρα όμως από την προμήθεια απ' έξω υπάρχει κι η συνεργασία μεταξύ εταιρειών στην κατασκευή κασών ή μηχανισμών ή εξαρτημάτων ή εμπορικής φύσεως. Και βέβαια η ύστατη συνεργασία σε περιόδους κρίσης, συγχώνευση ή εξαγορά. Έτσι επιτυγχάνονταν οικονομία κλίμακος. Ας σκεφτούμε λοιπόν, γιατί πέτυχαν οι Ελβετοί (μια τρύπα στο χάρτη με τρύπια τυριά) και δεν πέτυχαν οι Γερμανοί, οι Γάλλοι ή ακόμη περισσότερο οι Αμερικάνοι με την τεράστια αγορά τους; Ποιο το μαγικό ραβδάκι των Ελβετών;
Ας μη κάνουμε λοιπόν τους έκπληκτους και αποστρέφουμε το βλέμμα όταν η ΙΒεΤσέ και κάθε γνωστή εταιρεία φοράει ΕΤΑ. Γιατί απλά αγνοούμε και παραβλέπουμε την ιστορία. Το ιν-χάουζ είναι συρμός, "εφεύρεση" και ανάγκη των τελευταίων 20-25 χρόνων. Πριν απλά δεν υπήρχε. Ήταν πολλές οι ιν-χάουζ και δεν ξεχώριζαν. Δεν απότελούσε κάποιο συγκριτικό αποτέλεσμα σε σχέση με ένα καλό σχέδιο, την αξιοπιστία ή το τοπ φινίρισμα. Στα τέλη του 80 όταν προσπαθούσαν οι Ελβετοί να ορθοποδήσουν δώσανε ιδιαίτερο βάρος στην παράδοσή τους στην κατασκευή μηχανικών ρολογιών. Άρα το βάρος της προώθησης έπεσε πρωτίστως στο μηχανισμό, αυτόν καθ' ευατό. Πως το προσόν του ρολογιού ήταν η μηχανή του που φτιαχνόταν από ανθρώπους τεχνίτες κι όχι αυτοματοποιημένα με μία άψυχη μηχανή. Έτσι εταιρείες με δικές τους μηχανές, θέλοντας να κεφαλοποιήσουν τη στροφή του ενδιαφέροντος προς το μηχανικό ρολόι, έριξαν βάρος στην προώθηση του ιν-χάουζ μιας κι άλλοι, πολλοί πια, έβγαζαν μηχανικά ρολόγια. Ήταν λίγες (το κουόρτζ είχε εξαφανίσει πολλούς ανταγωνιστές) και ξεχώριζαν, όπως ξεχώριζαν τα μηχανικά σαν τροπικές ατόλλες μέσα σ' ένα ωκεανό κουόρτζ. Εταιρείες σαν τη Ζενίθ, τη Γιεγκέρ και την Μπλανπέν που είχαν ξεχαστεί στη χαλαζιακή λήθη ακούστηκαν πάλι. Έτσι παρέσυρε κι άλλους στο γαϊτανάκι του ιν-χάουζ. Τώρα πια η ζήτηση μπορούσε να δικαιολογήσει το κόστος εξέλιξης και κατασκευής. Εξ' άλλου η οικονομία πήγαινε καλά κι οι τιμές τραβούσαν την ανηφόρα. Το ιν-χάουζ όμως από μόνο του δεν σημαίνει αυτομάτως και καλύτερη μηχανή με ό,τι σημαίνει αυτό. Δεν έχει απαραιτήτως καλύτερη χρονομετρία, αξιοπιστία ή φινίρισμα. Μόνο κατασκευαστική δυνατότητα σημαίνει (σ' αυτή την κατηγορία για να μην παρεξηγηθώ) και κόστος. Ούτε καν φινίρισμα. Διότι το φινίρισμα στη Ρόλεξ δεν είναι καλύτερο από αυτό που κάνει η ΙΒεΤσε, η Μπράιτλιν ή η Ουλίς Ναρντέν στην 2892. Και να το πω αλλιώς. Αν η ΙΒεΤσέ φορούσε Ρόλεξ θα ανάβαινε σε εκτίμηση; Ή η περίφημη Ντεϊτόνα γιατί είναι περιζήτητη με τη Βαλζού 72 και τον Ελ Πριμέρο; Εκεί το ιν-χάουζ πάει περίπατο και δε μας νοιάζει.
Η Ρόλεξ είναι μια άλλη ιστορία. Από νωρίς η Ρόλεξ είχε δική της μηχανή στα εμπορικά της μοντέλα, για να είναι ανεξάρτητη. Το βάρος όμως το έδινε στην αξιοπιστία σαν σύνολο. Η μασίφ κάσα και η βιδωτή κορώνα σαν υποβρύχιο. Όπου και να πας, ό,τι και να κάνεις θα σε συντροφεύει. Αυτό την ξεχώριζε, αυτό την κράτησε. Μέσα σ' αυτή τη λογική αξιοπιστίας εντασσότανε και η μηχανή. Δεν είναι το πρωταρχικό γνώρισμά της, όπως στη Ζενίθ πχ με τον Ελ Πριμέρο. Φαίνεται καθαρά και στις διαφημίσεις της (ο κόπος του τζωρτζ δεν πάει χαμένος). Μόνο πια στις πολύ πρόσφατες γίνεται αναφορά. Η συγκέντρωση κάτω απ' το Σουότς όλης της καίριας τεχνολογίας των μηχανών την οδήγησε, όπως και πολλούς άλλους, στην ανάπτυξη του πάραχρωμ.
Τροφή για σκέψη.