καριόλα < μεσαιωνική ελληνική καριόλα < ιταλική carriola, υποκοριστικό του carro < λατινική carrus < γαλατικά karros < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kr̥s-o- < *k̑ers- (“τρέχω”)
μεταλλικό κρεβάτι
Συγγενικές λέξεις
καριόλης
καριόλικος
Αρα, αντικαθιστούμε την λέξη με την έννοιά της
Παντως εχει πολυ πλακα που στο Youtube κατεβαινουν βιντεο με κλωνους, που αναφερουν συγκεκριμενα ΝΑ ΜΗ ΨΩΝΙΖΕΙ κλωνους ο κοσμος, γιατι ειναι μαλακια.... Και την ιδια ωρα, στο Facebook Marketplace να γινεται της
καργιολας μεταλλικό κρεβάτι απο κλωνους Rolex, Omega, Breitling, AP, Hublot, LV, VC, A.L&S και παρα τα reports οι αγγελιες να μενουν και οι τυποι που τα πουλανε να μη χαμπαριαζουν.