ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ ΤΗ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ
Η τελευταία μέρα κύλησε ήσυχα με μια βόλτα στο κέντρο της Βαρκελώνης και πίνοντας καφέ στη Λα Ράμπλα όπου μια υπέροχη Αγγλίδα καμιά 50αριά χρονών υπολογίζω, ασκώντας όλο αυτό το υπεροπτικό ύφος της αυτοκρατορίας της μεγάλης Βρετανίας μας ζητιάνεψε λίγα κέρματα για να μπορέσει να αγοράσει ένα μπέργκερ να φάει. Δεν τους συμπαθούσα και πολύ τους Άγγλους στα χρόνια της νεότητας, το έχω ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό.
Αποφασίσαμε να φύγουμε νωρίς το απόγευμα από τη Βαρκελώνη με σκοπό να φθάσουμε απευθείας στη Φλωρεντία διασχίζοντας περίπου 1400 χλμ non stop και εγκαταλείποντας πίσω μας τη Γαλλία που μας είχε αφήσει την πικρή γεύση του μεταξύ μας τσακωμού και του έντονου σωβινισμού.
Στις 17:00 είχαμε φορτώσει τις μηχανές και αποχαιρετήσαμε τη Βαρκελώνη. Θα πηγαίναμε από επαρχιακούς δρόμους για να γλυτώσουμε τα διόδια και οι μόνες στάσεις που θα κάναμε μέχρι να φτάσουμε στη Φλωρεντία θα ήταν για ανεφοδιασμό καυσίμων! Τι έγραψα μόλις τώρα; Υπάρχουν δυο φράσεις που δεν τα βρήκαν μεταξύ τους σε αυτή τη γενναία απόφαση των σχεδόν ενάμιση εκατομμυρίων μέτρων. Επαρχιακούς δρόμους και Ανεφοδιασμός καυσίμων. Αυτές οι δυο φράσεις από τη στιγμή που αρχίζει και νυχτώνει στη Γαλλία δε κουμπώνουν μεταξύ τους και θα το μαθαίναμε με το σκληρό τρόπο…
Ο τελευταίος μας ανεφοδιασμός μας πρέπει να ήταν περίπου στις 21:00 το βράδυ και 50 χιλιόμετρα πριν ξεμείνω από διαθέσιμα καύσιμα κατάλαβα τι έρχεται… θα μείνουμε στη μέση του πουθενά. Η Γαλλία δε μας “πήγαινε” με τίποτα. Από το τελευταίο μας ανεφοδιασμό και μετά δε βλέπαμε ψυχή στους επαρχιακούς δρόμους αλλά ούτε και στα χωριά που διασχίζαμε. Κάποια στιγμή βρέθηκε αυτός ο ένας που ψάχναμε για να αντλήσουμε πληροφορίες. Πλέον κινούμουν με τις αναθυμιάσεις… Μας είπε πως είναι πολύ δύσκολο να βρούμε πρατήριο ανοικτό αλλά 5 χιλιόμετρα πιο κάτω υπήρχε ένα πρατήριο το οποίο ήταν ταυτοχρόνως κάτι σαν Express Service και οικεία μαζί. Μας πρότεινε να χτυπήσουμε τη πόρτα και να ζητήσουμε να μας βοηθήσουν.
Πράγματι, λίγα λεπτά αργότερα φτάσαμε στο πρατήριο και το σπιτάκι που ήταν λίγα μέτρα δίπλα από τις μάνικες. Χτυπήσαμε το τζάμι της βαριάς σιδερένιας πόρτας που προστατευόταν από κάγκελα. Άνοιξε μόνο το τζάμι και πίσω από τα κάγκελα εμφανίστηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα. Προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε πως έχουμε ανάγκη από καύσιμα. Το τζάμι έκλεισε αφού άρθρωσε κάτι ακαταλαβίστικα η γριά. Τέλος.
Είχαμε πρόβλημα, εγώ ήμουν άδειος από βενζίνη και ο Βαγγέλης είχε δεν είχε 3-4 λίτρα. Το σκοτάδι ήταν πίσσα αφού ούτε οι δρόμοι φωτιζόντουσαν. Πήγαμε στη πίσω πλευρά του πρατηρίου. Υπήρχε ένα μίνι νεκροταφείο από τρακαρισμένα αυτοκίνητα… και τότε μας ήρθε η ιδέα, θα κλέβαμε βενζίνη από τα αυτοκίνητα! Βάλαμε τους Γιώργηδες να φυλάνε τσίλιες και εγώ με το Βαγγέλη αναλάβαμε να βρούμε λάστιχο να ρουφήξουμε τη βενζίνη και το κατάλληλο αυτοκίνητο του οποίου η τάπα δεν έπρεπε να έχει κλειδαριά. Το μαγικό αυτοκίνητο βρέθηκε, ήταν ένα Peugeut 605. Στην απελπισία μας κόψαμε και ένα κομμάτι σωλήνα από το πλυστικό μηχάνημα του πρατηρίου του οποίου η διατομή ήταν τόσο μεγάλη που το μόνο που μπορούσες να ρουφήξεις ήταν την αναπνοή σου!!! Τσάμπα καταστρέψαμε το πλυστικό… Για καλή μου τύχη το μάτι μου έπεσε σε ένα τρακαρισμένο μικρό φορτηγό με ανατρεπόμενο. Πίσω είχε φορτωμένο ένα kart το οποίο με τη σειρά του είχε ένα σωληνάκι βενζίνης που έκανε το γύρω του πλαισίου του πριν καταλήξει στο καρμπυρατέρ από το μικρό του ντεπόζιτο. Περίπου 1,5 μέτρο ήταν, δηλαδή καλύτερο δεν γινόταν!
Κάπου εκεί μέσα στο σκοτάδι είδα να μας πλησιάζει μια σκιά. Βαγγέλη, κάποιος έρχεται! Η χαρακτηριστική φράση ακούστηκε για ακόμη μια φορά: «Σκούζι περ φαβόρε….» Τι σκούζι ρε μαλάκα, ο Γιώργος είμαι….. Τον Γιώργο για άλλη μια φορά το είχε πιάσει η μανία εξερεύνησης και περιφερόταν εδώ κι εκεί αιφνιδιάζοντας μας. Μας κατατρόμαξε αλλά μας έκανε να ξεκαρδιστούμε και στα γέλια μέσα στα σκοτάδια!
Ξεκινήσαμε τη διαδικασία άντλησης της βενζίνης αφού είχαμε βρει ένα αρχαίο πλαστικό μπιτόνι πεταμένο. Το ακουμπήσαμε στο πάτωμα για να είμαστε όσο το δυνατόν πιο χαμηλά από το ύψος του ντεπόζιτου και η βενζίνη έπλεε άφθονη. Ευτυχώς είχαμε βρει κι ένα δεύτερο μπιτόνι και έναν μεγάλο κουβά. Όταν το πρώτο κάνιστρο γέμισε και χώσαμε κατευθείαν το δεύτερο κάτω από το σωληνάκι βενζίνης καθώς ο Βαγγέλης πήγε να το σηκώσει 4 λίτρα βενζίνης έκαναν φτερά… ο πάτος του αρχαίου πλαστικού κάνιστρου ξεκόλλησε ολόκληρος! Ευτυχώς το άλλο μπιτόνι ήταν ΟΚ και σε συνδυασμό με τον κουβά γεμίσαμε τα ντεπόζιτα των μοτοσυκλετών εναλλάσσοντας τα καθώς το σωληνάκι συνέχιζε να κατουράει βενζίνη.
Η ώρα είχε περάσει τα μεσάνυχτα και απομακρυνθήκαμε από το πρατήριο με Ινδιάνικες ιαχές από τη χαρά μας. Το KLE δεν είχε δείκτη βενζίνης και έτσι κάθε φορά που έβαζα βενζίνη μηδένιζα τον μερικό χιλιομετρητή. Ο κινητήρας μου σε κάθε κλείσιμο του γκαζιού κουδούνιζε περίεργα. Μόλις χούφτωνα το γκάζι φαινόταν ΟΚ αλλά και πάλι κάτι δεν μου άρεσε. Αφήνω τον Βαγγέλη να έρθει δίπλα μου και του λέω πως κάτι δεν πάει καλά. Ο Βαγγέλης μου είπε πως έβγαζα έντονα καπνό από την εξάτμιση αλλά μόλις με προσπέρασε είδα πως και αυτός έβγαζε καπνό. Συνεχίσαμε έτσι μέχρι το πρώτο χωριό που ήταν 3 χιλιόμετρα από το πρατήριο που κλέψαμε τη βενζίνη. Σταματήσαμε στην άκρη και σβήσαμε τους κινητήρες μας. Έκανα να ξαναβάλω μπροστά, αυτή τη φορά ο κινητήρας έβγαζε φριχτούς ήχους από μέταλλα που αλέθονται… έσβησα αμέσως. Το ΧΤ φαινόταν να δουλεύει κανονικά, όμως έβγαζε καπνό. Άνοιξα τη τάπα και άγγιξα το καύσιμο με το δάχτυλο, ήταν αρκετά λιπαρό και το μύρισα… είχαμε γεμίσει τις μηχανές μας με πετρέλαιο!
Πρέπει η ώρα να ήταν μιάμιση μετά τα μεσάνυχτα όταν είχαμε ξεφορτώσει τις μηχανές και λύναμε τα ντεπόζιτα μας για να τα αδειάσουμε στους υπονόμους της φωτισμένης πλατείας που ήμασταν σταματημένοι. Είχε βρωμοκοπήσει όλο το χωριό από το άρωμα του ντίζελ! Κάποια στιγμή ακούσαμε τον υπέροχο ήχο μιας μεγάλης street μηχανής πράγμα που μας φάνηκε σαν θείο δώρο μετά από τόσες ώρες ερημιάς. Ο ήχος ολοένα και μας πλησίαζε. Σωθήκαμε! Ελπίζαμε στη μοτοσυκλετιστική αλληλεγγύη προκειμένου να βρούμε εκ νέου βενζίνη –αυτή τη φορά- και εφόσον οι μηχανές μας δεν είχαν υποστεί ζημιά από το δηλητήριο που τους είχαμε ρίξει. Όταν πλέον βλέπαμε τα φώτα της μηχανής βγήκαμε στη μέση του δρόμου για να σταματήσουμε τον στρητά. Η μηχανή ήταν ένα εξακύλινδρο CBX 1050 και ο στρητάς ήταν ένας χωριάτης κτηνοτρόφος που μάλλον επέστρεφε από κάποιο χοιροτροφείο όπου εργαζόταν. Το CBX ήταν ένα χρέπι του οποίου ο καβαλάρης ήταν μέσα στην αγωνία για να μη του σβήσει. Τελικά αφού του εξηγήσαμε πως έχει η κατάσταση θυμάμαι πολύ καλά πως ήταν ξεκάθαρο πως δεν καταλάβαινε γρι από ότι του λέγαμε και το μόνο που έκανε ήταν να ρίχνει κλεφτές ματιές στο δικό του κινητήρα μη τυχόν και του σβήσει το CBX. Τη φωνή του δεν την ακούσαμε ποτέ… κούμπωσε μια πρώτη και εξαφανίστηκε στα σκοτάδια!
Τα ντεπόζιτα είχαν ξεκουμπωθεί από τα σώματα των μοτοσυκλετών και στράγγιζαν αναποδογυρισμένα πάνω από μια συστοιχία από σχάρες συλλογής όμβριων υδάτων που κατέληγαν στους υπόνομους του χωριού. Καθώς χαζεύαμε την ακανόνιστη όψη των μοτοσυκλετών μας σιγά-σιγά όλο το χωριό μύριζε πετρέλαιο καθώς αυτό έρεε κατά μήκος του συστήματος των υπονόμων. Καθόλου κολακευτικό για εμάς αλλά δε μπορούσε να γίνει αλλιώς… Αδειάσαμε και τα λεκανάκια από τα καρμπυρατέρ.
Μετά από περίπου μισή ώρα ξαναδέσαμε τις μηχανές και αφήσαμε τους δυο Γιώργηδες να τις επιβλέπουν. Εμείς ξαναπήραμε το δρόμο της επιστροφής για το πρατήριο με αρκετές απορίες στο κεφάλι μας, με μερικές από αυτές να είναι αγωνιώδεις… Να ειδοποίησε η ηλικιωμένη κυρία την αστυνομία όταν αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε ουρλιάζοντας το χώρο; Θα ξαναπάρουν μπροστά οι μηχανές;
Θεέ μου πόσο πολλά είναι 3 χιλιόμετρα… κάναμε ελαφρό τζόκινγκ με το άδειο πλαστικό μπιτόνι στα χέρια μας και σε κάθε στροφή που συναντούσαμε νόμιζα πως επιτέλους θα αντικρύσουμε το πρατήριο. Αυτό έγινε αρκετές στροφές αργότερα. Φτάσαμε! Ησυχία… ευτυχώς. Αυτή τη φορά κινούμασταν ανάμεσα στα τρακαρισμένα αυτοκίνητα σαν τις γάτες. Αυτή τη φορά ένα άλλο Γαλλικό αυτοκίνητο ήταν χωρίς κλειδαριά στη τάπα βενζίνης. Ήταν ένα Renault Express από αυτά που χρησιμοποιούσαν τα ταχυδρομεία. Βενζίνη! Σίγουρα; Σίγουρα!
Χεσμένοι από το φόβο μας –μας είχε μπει στο μυαλό πως έχουν ειδοποιήσει την αστυνομία- συνέχισαμε το τζόκινγκ της επιστροφής. Πραγματικά πτώματα πλέον μοιραστήκαμε από 2 λίτρα βενζίνης και μετά από αρκετές μιζιές και μανιβελιές οι κινητήρες πήραν μπροστά χωρίς περίεργους ήχους. Έπρεπε να φτάσουμε στην Εθνική που δεν ήταν και τόσο εύκολο, απείχαμε αρκετά και τα καύσιμα μας ήταν ελάχιστα.
Μετά από καμιά τριανταριά χιλιόμετρα προσεκτικής οδήγησης μπήκαμε σε μια Κωμόπολη. Μειώσαμε τη ταχύτητα μας σημαντικά προσπαθώντας να εντοπίσουμε αυτοκίνητο χωρίς κλειδαριά στη τάπα ώστε να «δανειστούμε» μερική ακόμη. Οι στιγμές που ακολούθησαν ήταν από αυτές που διηγείστε και αντιλαμβάνεσαι πως ο άλλος σε παρακολουθεί με μια κάποια δυσπιστία… Ρε μαλάκα, είναι αστυνομικό τμήμα δίπλα! Και τι έγινε; Θα αφήσουμε προκαταβολικά λίγα χαρτονομίσματα στον υαλοκαθαριστήρα και αν μας καταλάβουν θα εξηγήσουμε πως έχει η κατάσταση.
Καθισμένοι εγώ και ο Βαγγέλης πάνω και στην άκρη του πεζοδρομίου ρουφούσαμε βενζίνη για άλλη μια φορά από παρόμοιο Renault Express. Στην ίδια πλευρά του πεζοδρομίου, σε απόλυτη ευθεία και καμιά ογδονταριά μέτρα μακριά ήταν ο μικρός κλωβός/φυλάκιο του αστυνομικού τμήματος. Ο αστυνομικός ήταν μέσα αλλά δεν μας πήρε είδηση, μάλλον ήταν απασχολημένος με κάνα ραδιοφωνάκι.
Τελικά φθάσαμε στην Εθνική. Πεινούσαμε και διψούσαμε πολύ. Στο πρώτο βενζινάδικο γεμίσαμε βενζίνη και ήταν περίεργο που η όψη ενός γεμάτου ντεπόζιτου μπορούσε να σου δώσει τέτοια συναισθηματική ανακούφιση! Πήραμε λεμονάδες από ένα αυτόματο μηχάνημα και αποφάσισα να ανοίξω μια κονσέρβα που αγόρασα από τη Βαρκελώνη. Δε ήξερα τι ακριβώς ήταν αλλά η εικόνα της συσκευασίας μου είχε κινήσει έντονα το ενδιαφέρον, έτσι την αγόρασα με σκοπό να την ανοίξω στην Ελλάδα, αλλά η πείνα ήταν τέτοια που θα θυσιαζόταν εκεί επί τόπου! Η πείνα παρέμεινε πείνα αφού αυτή η αηδία που βρισκόταν στο εσωτερικό της κονσέρβας ήταν κάτι ανάμεικτο με καλαμαράκι και κρεάς αλλά το λίπος ήταν σαν ζελές και το όλο πράγμα έμοιαζε σαν τη δική μας πηχτή ανακατεμένη με καλαμαράκι! Μπλιάχ!
Η ώρα είχε φτάσει 5 τα ξημερώματα και η κόπωση ήταν τόσο μεγάλη και με έναν τρόπο που δεν είχα ζήσει ποτέ στο παρελθόν αλλά ούτε ξανά και μέχρι σήμερα που σας γράφω. Τη μια στιγμή ήμουν κολλημένος στην ουρά του XT, την επόμενη έμενα 500 μέτρα πίσω. Όλες οι εντολές του εγκεφάλου μου έφθαναν στα άκρα μου (χέρια και πόδια) με αρκετή καθυστέρηση. Τα ματιά μου έκλεισαν πολλές φορές οδηγώντας αλλά το κρύο ήταν τέτοιο και η Εθνική εντελώς αφιλόξενη. Κάποια στιγμή βρήκαμε μια έξοδο και μετά από μερικά χιλιόμετρα μέσα σε έναν δασώδη δρόμο βρήκαμε μια μεγάλη διασταύρωση με κάποια περίεργα σκόρπια κτίρια τριγύρω. Πιάσαμε από μια γωνίτσα, απλώσαμε τους υπνόσακους και κοιμηθήκαμε. Δε πέρασαν καλά-καλά 2 ώρες και περίεργοι ήχοι μας ξυπνήσαν. Πάνω από τα κεφάλια μας πηγαινοερχόντουσαν πόδια. Το σημείο που επιλέξαμε ήταν κάτι σαν μανάβικο και εμείς είχαμε ξαπλώσει στα σημεία που αναπτύσσονταν οι πάγκοι. Δεν μπήκαν στο κόπο ούτε καν να μας ξυπνήσουν. Σηκωθήκαμε τα μαζέψαμε και συνεχίσαμε το ταξίδι μας.
Οι επόμενες πολλές ώρες είχαν πάρει διεκπεραιωτικό χαρακτήρα. Είχαν περάσει 27 ώρες από τη στιγμή που φύγαμε από τη Βαρκελώνη. Στις 20:00 ώρα της επόμενης μέρας μπαίναμε στη Φλωρεντία!

