...κατ' αρχήν

στο ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ (*), με
κεφαλαία, κόκκινα και να αναβοσβήνουν.Και για τις επιτυχίες του, αλλά και για την κίνηση, να ανέβει με ένα άτομο, που δεν θα μπορούσε μόνο του.
Συμβολισμός , με τα όλα του.

Από την άλλη, πως έχω την εντύπωση, ότι κάπου εκεί που τρεχει, έχει "παρέα" και κάποιους από εδώ μέσα ?

Για να δούμε, ποιος θα πεί τι όταν μπούνε και το δούνε

____________________-
(*)
Παλληκάρι λέγεται ο νέος άντρας, θαρραλέος, μαχητικός, γενναίος, τολμηρός.
Οι λέξεις «παλληκάριον» και «παλληκάριν» υπάρχουν σε μεσαιωνικά ελληνικά κείμενα από τον 7ο αιώνα. Την εποχή του Βυζαντίου "παλληκάρι" ονομαζόταν ο πεζός βοηθός ή ακόλουθος ενός εφίππου στρατιώτη των μεσαιωνικών ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων. Αντιστοιχούσε στη λέξη «ίνφανς» που χρησιμοποιούσαν στη Δυτική Ευρώπη και σήμαινε "παιδί", ενώ από την ξένη αυτή λέξη προέκυψε στη συνέχεια ο όρος "φαντάρος", που σημαίνει "πεζός στρατιώτης". Στη συνέχεια αντιστοιχούσε στην έννοια του απλού πεζού στρατιώτη που υπηρετούσε κατά κύριο λόγο σε ακριτικές μονάδες και, επομένως, στην έννοια του γενναίου και επιδέξιου πολεμιστή.
Την εποχή της Τουρκοκρατίας και της Ελληνικής Επανάστασης, η λέξη παλληκάρι αντιστοιχούσε σε ένοπλο πολεμιστή που ανήκε σε ομάδα άτακτου στρατού ή σε ομάδα κλεφτών ή αρματολών.