«Δύο κεραυνοί ήρθαν στο δωμάτιο μου, δώρο από τον Δία, […] Στην Αθήνα η νεολαία κλαίει από τα δακρυγόνα, αλλά εγώ μαυρίζω στην πισίνα του ξενοδοχείου μου […] Οι κεραυνοί μου είναι χαρά που μου έδωσε ο Δίας, και στο λίκνο της Δημοκρατίας τα περιστέρια φοράνε αντιασφυξιογόνες μάσκες […] Οι άνθρωποι δεν επιστρέφουν, τους βλέπω τα βράδια να κοιμούνται και κλαίνε ακατάπαυστα, όχι από τα δακρυγόνα... αλλά γιατί είμαστε χαμένοι πια...».