Πράξη 3η
Πριν ξεκινήσω θέλω να σας ευχαριστήσω όλους για το ενδιαφέρον, τις απόψεις, τις παρατηρήσεις και τις υποδείξεις σας.
(Επίσης Χρόνια Πολλά στους Μιχάληδες και Γαβρίληδες, λόγω της ημέρας!)
Όπως ήδη ανήγγειλα στο τέλος του προηγούμενου επεισοδίου, το επόμενο βήμα θα ήταν η εφαρμογή του ίδιου αντιδραστηρίου επί του υλικού όπως είχε διαμορφωθεί μέχρι τη στιγμή εκείνη – το μολυβένιου χρώματος στρώμα δηλαδή - σε πυκνότερη διάλυση, χωρίς εμβαπτισμό, αλλά τοπικά με το πινελάκι, όπως είχε γίνει και στην 1η πράξη (τότε βέβαια είχε προηγηθεί η έκθεση στους ατμούς του Θείου, το μέταλλο δεν ήταν δηλαδή καθαρό, χωρίς οξείδωση).
Όπερ και εγένετο, όμως τελικά τίποτα δεν εγένετο, εννοώντας πως δεν είχε κανένα απολύτως αποτέλεσμα η εφαρμογή του αντιδραστηρίου, σε οποιαδήποτε συγκέντρωση.
Όπως αποδείχθηκε και αργότερα, το «φιλμ» αυτό με το χαρακτηριστικό μολυβί χρώμα δεν επιτρέπει καμία περαιτέρω αντίδραση με το μέταλλο.
Ο καθαρισμός του μετάλλου λοιπόν μονόδρομος
Εμβαπτισμός εκ νέου σε λεμονάκι μυρωδάτο και μετά από κανένα μισάωρο, γίνεται το θαύμα (σημειωτέον πως πριν τον εμβαπτισμό, τοπικό τρίψιμο με λεμόνι ή ξύδι δεν είχε καμία απολύτως επίδραση –ντούρο το μολυβόστρωμα). Με τρίψιμο πλέον καθαρίζουν τα πάντα (το ανοξείδωτο καπάκι της κάσας δεν χρειάστηκε καν τρίψιμο για να επανέλθει στα συγκαλά του), και μάλιστα ο χαλκός εμφανίζεται τώρα να έχει ένα λαμπερό παράξενο ροζουλί χρώμα (τι βλέπει κανείς..)
Είμαι πλέον σχεδόν βέβαιος ότι με άλλα υλικά καθαρισμού (όπως προτείνεις Γιώργο_Ι) ή και με μηχανικές μεθόδους (απαλού ξυρίσματος με scotch brite ή υπερ-λεπτότατης υφής υαλοχάρτου) ο χαλκός μπορεί να επανέλθει στα εργοστασιακά του.
Σε καθαρισμένο πια μέταλλο αποφασίζω πλέον την τοπική εφαρμογή του αντιδραστηρίου, αδιάλυτου, με το πινελάκι, σε μία προς μία στις επιφάνειες, προσανατολίζοντας τες οριζόντια για να μείνει ομοιόμορφα πάνω της το αντιδραστήριο, εκμεταλλευόμενο την επιφανειακή τάση. (Γιώργο_Ι, αυτό που λες για το ενυδρείο, το φοβόμουν πάρα πολύ από την αρχή γι’ αυτό και δεν ήθελα τον εμβαπτισμό σε οποιοδήποτε υγρό –ακόμη και σε χυμό λεμόνι. Όμως πήρα το ρίσκο και βλέπουμε).
Άφηνα κάθε μία επιφάνεια εκτεθειμένη στο υγρό για περίπου πέντε λεπτά και προχωρούσα στην επόμενη αφού την ξέπλενα με νερό αλλά ΔΕΝ ΤΗ ΣΚΟΥΠΙΖΑ.
Το τελευταίο κάνει τελικά και όλη τη διαφορά.
Αν σκουπιστεί αμέσως φεύγει όλη η σκουριά εκτός από το ανθεκτικό μολυβί φιλμ που λειτουργεί ως “buffer” υπόστρωμα. Θέλει συνεπώς το χρόνο της να σταθεροποιηθεί η οξείδωση (το άφησα στην ησυχία του όλη τη νύχτα) και μετά με σκούπισμα απομακρύνονται μόνο τα χοντρά – χοντρά. Η τελική, σκούρα καφέ πατίνα διατηρείται και μάλιστα δεν λεκιάζει.
Ιδού λοιπόν το αποτέλεσμα:



Να πω ευθαρσώς πως το αποτέλεσμα αυτό ΔΕΝ μου αρέσει, έχει όμως επιτελέσει τον βασικό στόχο του όλου εγχειρήματος μου: την επίτευξη μίας σκούρας, ομοιόμορφης καφέ πατίνας που να μην γυαλίζει και να έχει αισθητικά όμορφη υφή, όχι μορφή «άλατος» (μπλε ή πράσινου).
Ο λόγος που δεν μου αρέσει είναι πολύ απλά γιατί έχει πολύ πιο σκούρα απόχρωση από όσο θα επιθυμούσα.
Κρατάω τα εξής βασικά σημεία
1) Εφαρμογή του αντιδραστηρίου σε φρεσκο-καθαρισμένο μέταλλο
2) Τοπική εφαρμογή (με ή χωρίς βαθμό διάλυσης –ελπίζω το αραιότερο να συνεπάγεται και λιγότερο σκούρο αποτέλεσμα, ίσως το δοκιμάσω)
3) Σε καμία περίπτωση σκούπισμα αμέσως μετά την ολοκλήρωση της εφαρμογής μετά το πλύσιμο με νερό. Παρέλευση αρκετού χρόνου για να σταθεροποιηθεί η οξείδωση με τον ατμοσφαιρικό αέρα
Προς το παρόν, αυτά και χαιρετώ
/Φώτης